μηδενισμός ή νιχιλισμός


μηδενισμός ή νιχιλισμός
(nihilisme, από το λατινικό nihil = μηδέν, τίποτα). Όρος που έγινε παγκόσμια γνωστός από το μυθιστόρημα Πατέρες και παιδιά (1862) του Τουργκένιεφ, ενώ καθιερώθηκε για να χαρακτηρίσει πολλές και ποικίλες μορφές σκέψης, καθώς και την επαναστατική δράση του 19ου αιώνα. Αυτή η δράση εκτείνεται από την τρομοκρατία, την οποία καταδικάζει ο Ντοστογέφσκι στους Δαιμονισμένους, έως τον αναρχισμό του Κροπότκιν και τις πιο γενικές μορφές της εθελοντικής δράσης και της εξέγερσης εναντίον των καθιερωμένων πραγμάτων και αξιών. Ο μ., έκφραση της ρωσικής εκδοχής του επιστημονικού θετικισμού, για την οποία η άρνηση της καθεστηκυίας τάξης και των εθίμων διατυπώνεται πάντα στο όνομα της επιστήμης, κατέκτησε την πιο μαχητική μερίδα των Ρώσων φοιτητών και διανοουμένων (Ντομπρολιούμποφ και Πιζάρεφ) στις δεκαετίες 1860 και 1870· η επιθεώρηση Ρωσικός Λόγος αποτέλεσε το όργανο προπαγάνδας και δράσης του κινήματος. Οι ιστορικές πηγές του μ. ανάγονται στη σοβαρή κρίση που διήλθε η Ρωσία μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό πόλεμο και την αποτυχία των μεταρρυθμίσεων που αποπειράθηκε ο τσάρος Νικόλαος B’. Μετά το 1870 ο μ. εξελίχθηκε κάτω από την επίδραση του Τσερνιτσέφσκι, βρίσκοντας διέξοδο, έως έναν βαθμό, στη δράση των αναρχικών. Μορφές του φιλοσοφικού μ. μπορούν να θεωρηθούν θεωρητικές θέσεις απόλυτης άρνησης, από τον σοφιστικό σκεπτικισμό του Γοργία έως τον μεταφυσικό μ. του Χάμιλτον και τον σύγχρονο αθεϊστικό υπαρξισμό.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νιχιλισμός — Βλ. λ. μηδενισμός. * * * ο (φιλοσ.) μηδενισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γερμ. Nihilism < λατ. nihil «μηδέν»] …   Dictionary of Greek

  • μηδενισμός — ο 1. η βαθμολόγηση με μηδέν: Ο κριτής τον τιμώρησε με μηδενισμό. 2. φιλοσοφική θεωρία που αρνείται όλες τις αξίες, ο νιχιλισμός: Πολιτικός μηδενισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νιχιλισμός — ο (λ. λατ.), η άρνηση κάθε αξίας στο χώρο της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλ. μηδενισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)